- ξενοτροφία
- ξενο-τροφία, ἡ, das Halten von Mietssoldaten
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ξενοτροφία — ξενοτροφίᾱ , ξενοτροφία maintenance of mercenaries fem nom/voc/acc dual ξενοτροφίᾱ , ξενοτροφία maintenance of mercenaries fem nom/voc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ξενοτροφία — ξενοτροφία, ἡ (Α) [ξενοτρόφος] η διατήρηση ξένων μισθοφορικών στρατευμάτων … Dictionary of Greek
ξενοτροφίαις — ξενοτροφία maintenance of mercenaries fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)